«Μακάρι όλες οι γυναίκες να είχαμε την τόλμη και τη δύναμη που έκρυβε η ψυχή της μάνας μου»

Το ημερολόγιο έγραφε 14 Αυγούστου 1974…

Η κυρία Φρόσω Δήμου από το κατεχόμενο χωριό Βώνη της επαρχίας Λευκωσίας, δήλωσε ότι:
Στις 14/8/1974, ημέρα που άρχισε η δεύτερη φάση της Τουρκικής εισβολής, ενώ βρισκόταν στο σπίτι της στη Βώνη μαζί με το σύζυγο της, πήγαν 37 ελληνοκύπριοι (35 στρατιώτες και 2 πολίτες) και της ζήτησαν καταφύγιο. Ανάμεσα τους ήταν και ο γιος της αδελφής της που ήταν φαντάρος. 

Η κυρία Φρόσω έδωσε στους στρατιώτες πολιτικά ρούχα να φορέσουν και έκαψε τα στρατιωτικά σε ένα φούρνο στην αυλή. Τον εξοπλισμό τους τον έκρυψε στο χωράφι πίσω από το σπίτι της. Οι 37 άντρες, έμειναν ολόκληρο το βράδυ στο σπίτι της καθώς και σε δυο κοντινά, συγγενικά της σπίτια.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας…

Οι 35 στρατιώτες, κατέγραψαν τα ονόματά τους σε ένα χαρτί και της το έδωσαν για να το παραδώσει στον Ερυθρό Σταυρό. Ένας από αυτούς, της άφησε το ρολόι του με την ελπίδα ότι θα έβρισκε τους γονείς του και θα τους το έδινε. 
 
Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, δυο από τους στρατιώτες, έφυγαν από το σπίτι με σκοπό να διερευνήσουν αν υπήρχε τρόπος διαφυγής. Οι υπόλοιποι τοποθέτησαν άσπρες σημαίες στις πόρτες για να δείξουν την πρόθεσή τους ότι παραδίδονται.

Γύρω στις 9 το πρωί, ένοπλοι Τουρκοκύπριοι έφτασαν έξω από το σπίτι κι άρχισαν να πυροβολούν. Οι 35 άντρες - ανάμεσα τους και ο σύζυγος της κυρίας Φρόσως- παραδοθήκαν. Τους έβαλαν στην γραμμή και ενώ ήταν έτοιμοι να τους πυροβολήσουν, μπήκαν μπροστά η κυρία Φρόσω, η μητέρα και η αδελφή της. Φώναζαν και τους παρακαλούσαν κλαίγοντας να μην τους σκοτώσουν. Οι Τουρκοκύπριοι κατέβασαν τα όπλα και έκαναν νόημα στους άντρες να τους ακολουθήσουν. Περπατώντας τους οδήγησαν προς την κατεύθυνση του τουρκικού χωριού Επηχώ.

Από εκείνη τη στιγμή όλοι τους αγνοούνται… 



Η κόρη της κυρίας Φρόσως, Γεωργία Δήμου Ζήνωνος, αναφέρει στο ant1iwo: 
«Η μητέρα μου ήταν πολύ έξυπνη και δυναμική. Την σεβόντουσαν και την αγαπούσαν όλοι. Δεν φοβόταν τίποτα και ήταν γεμάτη ζωή. Αγαπούσε τον τόπο της και το 1974 δεν φοβήθηκε να τα βάλει ακόμα και με τους Τούρκους. 
 
Την παρακαλούσαμε να έρθει μαζί μας στην Λάρνακα αλλά δεν ήθελε με τίποτα να φύγει από το χωριό της, ήθελε να μείνει στο σπίτι της. 


Εκείνο το βράδυ άλλαξε ολόκληρη η ζωή της…

Στεναχωριόταν και υπέφερε για όλους. Πάντα μας έλεγε πόσο πολύ ήθελε να βρει τους γονείς εκείνου του στρατιώτη και να τους δώσει το ρολόι του αλλά δυστυχώς, οι Τουρκοκύπριοι μπήκαν στο σπίτι μας και έκλεψαν τα πάντα. Το μόνο που κατάφερε να γλυτώσει, ήταν εκείνο το χαρτί με τα ονόματα τους. Το είχε κρύψει στα παπούτσια της και τρείς μήνες αργότερα, μου το έδωσε και μαζί με τον σύζυγο μου, το παραδώσαμε στον Ερυθρό Σταυρό.  

Καθημερινά ερχόντουσαν δημοσιογράφοι από διάφορα κανάλια και εφημερίδες για να της πάρουν συνέντευξη. Ακόμα και από την Αγγλία αλλά και την Γερμανία είχαν έρθει για να την γνωρίσουν και να μάθουν τι συνέβη εκείνο το βράδυ.  

Ξέραμε πως δεν άφησαν κανένα ζωντανό. Μάλιστα αρκετών τα λείψανα βρέθηκαν σε ομαδικούς τάφους και ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA. Ανάμεσα τους και ο πρώτος μου ξάδελφος.

Αυτό που της έκαιγε περισσότερο τη ψυχή ήταν ο πατέρας μου. Πάντα μας έλεγε: «να βρεθεί ο άντρας μου κι ας πεθάνω». Περίμενε 40 ολόκληρα χρόνια και μάλλον Θεός  άκουσε την ευχή της… 

Το 2014 εντοπίστηκαν τα οστά του και ταυτοποιήθηκαν. Τον κηδέψαμε στις 5 Ιουνίου 2014 και ήταν ημέρα Τετάρτη. Μια εβδομάδα αργότερα, στις 12 Ιούνιου, ημέρα Τετάρτη,   “έφυγε” η μητέρα μου για το μεγάλο ταξίδι.   
 Μακάρι όλες οι γυναίκες να είχαμε την τόλμη και τη δύναμη που έκρυβε η ψυχή της μάνας μου. Αιωνία της η μνήμη!!!».


Χριστιάνα Διονυσίου

ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΧΟΛΙΟ

* Υποχρεωτικά πεδία

Παρακαλούμε όμως τα κείμενα να μην είναι υβριστικά, να μην παραπέμπουν σε άλλους ιστότοπους, να γράφονται στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα (όχι greeklish), να είναι κατανοητά και τέλος να είναι κατά το δυνατόν σύντομα. Είναι αυτονόητο πως η ομάδα διαχείρισης φέρει ευθύνη μόνο για τα επώνυμα άρθρα των συντακτών και των συνεργατών της. Σας ευχαριστούμε για την συμμετοχή σας.